Ιδρυτικά Vs Συντακτικά Δικαιώματα

Μόλις διάβασα την απάντηση του Νίκου Αναστασιάδη στο Νικόλα Παπαδόπουλο για το κοινό ανακοινωθέν. Έχω την εξής απορία (και δεν πρόκειται για ρητορική ερώτηση ούτε για εκμαίευση, αλλά για ειλικρινή απορία. Η απορία μου είναι τεχνικής φύσεως, συνταγματολογικής μάλλον;)

ΕΡΩΤΗΣΗ: ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΙΔΡΥΤΙΚΟΥ, την οποία επικαλείται ο Ν. Αναστασιάδης; Δεν την κατανοώ.

Η δική μου ερμηνεία είναι ότι, αφ’ ης στιγμής το νέο σύνταγμα θα προκύψει από δύο παράλληλα δημοψηφίσματα, τότε δεν έχει σημασία τί είναι αυτό που επικυρώνεται, αφού η ισχύς του νέου συντάγματος, το νέο σύνταγμα δηλ. νομιμοποιείται από δύο ξεχωριστά δημοψηφίσματα και αντλεί την ισχύ του από αυτά. Η κυριαρχία του νέου συντάγματος στηρίζεται σε δύο κυρίαρχους λαούς οι οποίοι επικύρωσαν το νέο σύνταγμα. Άπαξ και ο ένας λαός επαναλάβει δημοψήφισμα, τότε το σύνταγμα ακυρώνεται. Δεν πρόκειται δηλ. απλά για δύο “συντακτικές” κοινότητες χωρίς ξεχωριστή κυριαρχία, αφού σύνταξη συνεπάγεται κυριαρχία: δηλ. δύο κυρίαρχοι λαοί και όχι απλά συνιστώσες κοινότητες.

Στο διαδίκτυο βρίσκω ότι η “συντακτική εξουσία” είναι πρωτογενής.

Η βικιπαίδεια λέει το εξής: “Συντακτική εξουσία (Συντακτική Βουλή ή συντακτική εθνοσυνέλευση) ονομάζεται η Βουλή (ή εθνοσυνέλευση) που καλείται να δημιουργήσει και να ψηφίσει νέο Σύνταγμα ενός κράτους εγκαθιστώντας έτσι ένα νέο πολίτευμα. Η συντακτική εξουσία είναι πρωτογενής γιατί δεν δεσμεύεται από τις επιταγές και τη διαδικασία προηγούμενου συντάγματος, όπως η αναθεωρητική εξουσία, αλλά αποτελεί η ίδια τον φορέα της νομιμοποίησης της. Η Συντακτική βουλή διακρίνεται από την αναθεωρητική βουλή, η οποία καλείται να αναθεωρήσει απλώς διατάξεις του ήδη ισχύοντος Συντάγµατος με βάση τους κανόνες που προβλέπει το ίδιο το εν ισχύ Σύνταγμα για την τροποποίησή του. Η διαφορά έγκειται στο ότι η Συντακτική βουλή ψηφίζει από το μηδέν νέο σύνταγμα, ενώ η αναθεωρητική απλώς μεταβάλλει το υπάρχον.

Η συντακτική εξουσία συγκροτείται συνήθως στις περιπτώσεις ίδρυσης νέου κράτους, επαναστατικής πολιτειακής μεταβολής, αλλά και επαναφοράς μετά από ανώμαλη πολιτειακή μεταβολή.” [http://el.wikipedia.org/wiki/Συντακτική_εξουσία]

Η ανάλυση του Ν. Αναστασιάδη είναι αυτή: “Με βάση τις παραγράφους 2 και 4 του Κοινού Ανακοινωθέντος, η όποια συμφωνία θα τεθεί προς έγκριση ταυτόχρονα σε ξεχωριστά δημοψηφίσματα.

Τούτο είναι απόρροια της αποδοχής πως η μορφή λύσης «θα είναι η δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία κ.λ.π.» και έτυχε εφαρμογής και κατά το δημοψήφισμα του 2004.
Συνεπώς οι πρόνοιες για ξεχωριστά δημοψηφίσματα θα μπορούσαν να εκληφθούν, με βάση το συλλογισμό σας, ότι εκχωρούν κυριαρχικά ή αυτονομιστικά δικαιώματα στην κάθε κοινότητα γεγονός βεβαίως που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού τα εκχωρούμενα δικαιώματα δεν είναι ιδρυτικά αλλά συντακτικά.

Το κράτος υπάρχει δεν θα ιδρυθεί. Εκείνο που θα συμβεί είναι η μετεξέλιξη του σε Ομόσπονδο και ως εκ τούτου το δικαίωμα που δίδεται στις δυο κοινότητες δεν είναι κυριαρχικό ή ιδρυτικό αλλά όπως προαναφέρω συντακτικό.”

Advertisements

About Christos Hadjioannou

http://www.ucd.ie/research/people/philosophy/drchristoshadjioannou/
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

2 Responses to Ιδρυτικά Vs Συντακτικά Δικαιώματα

  1. Ένας/μια φίλος/φίλη μου έγραψε την εξής απάντηση, η οποία βγάζει νόημα και ήθελα να παραθέσω:

    “Ίσως οι αγγλικοί όροι να διασαφηνίζουν το πράγμα. Ιδρυτικό/κυριαρχικό δικαίωμα = founding/sovereign right. Συντακτικό = constituent. Όταν λέει η Βικιπαίδεια πως συντακτικές συνελεύσεις μπορούν να γίνουν σε περίπτωση ίδρυσης νέου κράτους, δημιουργεί την εξής σύγχυση: η ίδρυση του νέου κράτους δεν εξαρτάται από την συντακτική συνέλευση, το σύνταγμα (ο “ανώτατος νόμος του κράτους”) του νέου κράτους ναί. Στη περίπτωσή μας, η θεωρία είναι πως δεν είναι δύο κυρίαρχα κράτη που διαπραγματεύονται τη συγχώνευσή τους, αλλά δύο κοινότητες ενός προϋπάρχοντος κράτους του οποίου η συνταγματική τάξη έπαψε να λειτουργεί.
    Βασικά, όταν έχει ένας πολιτικός φορέας συντακτικό δικαίωμα, μπορεί να αποφασίσει ποιός θα είναι ο ανώτατος νόμος του κράτους, όχι να αποφασίσει την ύπαρξη του ίδιου του κράτους. Η Βρεττανία είχε, πχ, συντακτικά δικαιώματα πάνω στο νησί από το 1878 μέχρι το 1919 (νομίζω) αλλά όχι κυρίαρχα δικαιώματα (τα οποία ανήκαν στους Οθωμανούς). Μπορούσαν δηλαδή οι Βρεττανοί να κυβερνούν όπως ήθελαν, αλλά δεν εμπορούσαν να αποφασίσουν, πχ, την ανεξαρτησία της Κύπρου (και άρα την ίδρυση νέου κράτους) ή την παραχώρησή της σε άλλο κράτος.”

    • Mου φαίνεται λοιπόν ότι αν είναι όπως το ερμηνεύεις, το μόνο που είναι εγγυημένο είναι η συνέχιση της “Κύπρου” ως “κράτος”. Αυτό βέβαια λύνει το πρόβλημα της παρθενογένεσης. Όμως το συντακτικό δικαίωμα ανοίγεται *εντελώς*, δηλ. η σύνταξη διανοίγεται σε σημείο που καταβροχθίζει (δηλ. ακυρώνει) την κυριαρχία, αφού δίνεται αποκλειστικό δικαίωμα σύνταξης στους δύο καθοριζόμενους λαούς. Το μόνο που μένει προσδιορισμένο είναι ότι το ίδιο “κράτος” συνεχίζει, αλλά έχουμε απεξάρτηση της οντότητας του κράτους από το σύνταγμα: επιβιώνει το κράτος αλλά όχι το σύνταγμα (και άρα αντιπαρερχόμαστε τη διάσημη φράση του Τάσου: παρέλαβα κράτος δεν θα παραδώσω κοινότητα. Το κράτος συνεχίζει). Όμως, το κράτος απεξαρτοποιείται από το σύνταγμα: το σύνταγμα δεν είναι το κράτος, και το κράτος δεν είναι το σύνταγμα (με ό,τι αυτό συνεπάγεται). Ταυτόχρονα όμως, οι λαοί αποφασίζουν νέο σύνταγμα, όχι κράτος, και είναι το νέο σύνταγμα που θα ισχύει.

      Μου θυμίζει τον διαχωρισμό μεταξύ ύλης και μορφής, matter and form, κράτος και σύνταγμα. Το υποκείμενο είναι το κράτος. Δημιουργείται λοιπόν ένα μυστήριο; Τί είναι το κράτος; Είναι το πράγμα-καθ’αυτό, το être-en-soi, Ding-an-sich; Αν ναι, τότε είναι σαν να μην υπάρχει καθόλου, αφού δεν επηρεάζει, ούτε έχει μορφή/δομή. Είναι απλά μια φαντασιακή συνοχή. Η κυριαρχία είναι φαντασιακή, η σύνταξη πραγματική.

      ΟΜΩΣ, ενδεχομένως το κράτος να μην είναι εντελώς απροσδιόριστο/φαντασιακό, αλλά και αυτό να προσδιορίζεται στο κοινό ανακοινωθέν via negativa από τιθέμενα όρια: ο χαρακτήρας του πράγματος καθαυτού: δηλ. μονομερής απόσχιση αποκλείεται ρητά, κλπ.

      [“By unearthing the different historical uses and meanings attributed to constituent power, this article aims to improve our grasp of a concept that, while having its roots in a somewhat remote constitutional past, is increasingly present in contemporary constitutional theory. As will be seen, the term constituent power has been deployed in five major forms (each of which is connected to the others in interesting ways) since the 17th century: (1) to refer to the power of a sovereign parliament; (2) to refer to the constitution-making power of the Crown or the Imperial Parliament in relation to the colonies; (3) to refer to the right of the electors to instruct their representatives; (4) to refer to the power of resisting oppressive governments and replacing them with new ones; (5) and to refer to the ultimate constitution-making power of the people. This exploration into the origins and development of constituent power aims not only at challenging some long held assumptions in constitutional theory, but at increasing our understanding of contemporary questions about parliamentary sovereignty, common law constitutionalism, and the limits of constitutional change].http://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=2319154

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s